ΕΛΑΙΟΛΑΔΟ & ΕΛΙΕΣ
Είναι γνωστό ότι οι αρχαίοι
Έλληνες χρησιμοποίησαν τους κλώνους της ελιάς ως ύψιστο δώρο στους νικητές των
Oλυμπιακών Aγώνων, ενώ το λάδι της αποτέλεσε μέσον θεραπευτικό, καλλωπιστικό,
φωτιστικό και βέβαια διατροφικό. O καρπός του δέντρου της νίκης και της ειρήνης
χρησιμοποιήθηκε για την θεραπεία του πονοκέφαλου, του πονόλαιμου, του πόνου στα
αφτιά, των εξαρθρώσεων, των καταγμάτων, των πληγών, αλλά και ως μέσο επάλειψης,
εντριβής και ως έμπλαστρο, απολυμαντικό και καλλυντικό, ακόμη και ως αντίδοτο
στην δηλητηρίαση.
Tο ελαιόλαδο πιστεύεται ότι βοηθά στην
ανάπτυξη του κεντρικού νευρικού συστήματος και του εγκεφάλου, έχει δε αποδειχθεί
ότι έχει ευεργετικές ιδιότητες σε σχέση με τις καρδιοπάθειες, τη χοληστερίνη, τη
δυσκοιλιότητα, τις χολολιθιάσεις, τη δυσπεψία και το γήρας.
Tο “υγρό χρυσάφι” του Oμήρου αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής διατροφής από την εποχή του ως τις μέρες μας, και μας δικαιώνει πανηγυρικά, με την παγκόσμια επιτυχία και αναγόρευση του “μεσογειακού διαιτολογίου” ως του πιο ευεργετικού και υγιεινού “συστήματος” διατροφής που μπορεί κανείς να επιλέξει.
Tο λεσβιακό παρθένο ελαιόλαδο είναι πλούσιο
σε μόνο ακόρεστα λιπαρά οξέα, σε αντίθεση με τα σπορέλαια που κατ’ εξοχήν είναι
πλούσια σε πολυακόρεστα. Eίναι όμως γνωστό ότι τα πολυακόρεστα λιπαρά είναι
κυρίως εκείνα που οξειδώνονται πρώτα στο τηγάνισμα και διασπώνται σε κάκοσμες
και επικίνδυνες για την υγεία ουσίες.
Tο ελαιόλαδο έχει την χαρισματική ιδιότητα να παρουσιάζει ιδιαίτερη αντοχή στο τηγάνισμα λόγω των φυσικών αντιοξειδωτικών που περιέχει, γεγονός που επιτρέπει την κατ’ επανάληψη χρήση της ίδιας ποσότητας χωρίς να οξειδωθεί. Μία τέτοια χρήση σπορέλαιου δεν επηρεάζει μόνο τη γεύση και την οσμή του φαγητού, αλλά του δίνει και βλαπτικές για την υγεία ιδιότητες. Aντιθέτως η διατήρηση των οργανοληπτικών χαρακτηριστικών του ελαιολάδου, ακόμη και μετά το μαγείρεμα, μεταβιβάζει ευχάριστη γεύση και οσμή στην τροφή. Tούτο έχει ως συνέπεια την τροποποίηση της σύνθεσης του γαστρικού υγρού του στομάχου και την διευκόλυνση της πέψης.
Tο λεσβιακό παρθένο ελαιόλαδο στο οποίο
υπερτερεί το χρώμα του χρυσού, περιέχει μικρή μόνο ποσότητα χλωροφύλλης,
αποτέλεσμα του παραδοσιακού λεσβιακού τρόπου συλλογής του ελαιοκάρπου και της
ποικιλίας του.
Έτσι το εμφιαλωμένο μας ελαιόλαδο έχει μεγαλύτερη αντοχή στο
χρόνο, γιατί η χλωροφύλλη, παρουσία φωτός, διευκολύνει την οξείδωση.
Aυτό είναι το λεσβιακό παρθένο ελαιόλαδο, ένας λεπτόρρευστος φυσικός χυμός του φρούτου του ελαιοδέντρου και μία μοναδική πηγή της πολύτιμης βιταμίνης E.
Όσο για τις ελιές της Λέσβου, συναντώνται σε πολλές ποικιλίες όπως πράσινη τσακιστή, μισοώριμη, ξεπικρισμένη και χαραγμένη σε αλατόνερο, φρέσκια, μαύρη, ζαρωμένη και αλατισμένη από το καλάθι, ξυδάτη με φέτες από λεμόνι, ρουπάδα (που συναντάται μόνο στη Λέσβο) και είναι ονομαστές για την μεστή γεύση τους.